Θυμό με γέμιζε ο διάλογος. Βασανιστικός. Μονότονος. Αδιέξοδος. «Μα δεν θέλω να κοιμηθώ σου λέω!», «Δεν πειράζει. Κλείσε τα ματάκια σου κι ας μην κοιμηθείς». Και περίμενες, και περίμενες να κυλήσει ο πιο αργοκίνητος χρόνος του χρόνου. Και όσο περίμενες, το έσκαγε το μυαλό από το σώμα... Πόσο ατίθασο το μυαλό! Πάντα θα βρει την άκρη. Κι έκοβε βόλτες και γυρνοκόπαγε και γυρνοκόπαγε. Και πού δεν πήγαινε!